Διασκευές TRANCE του Μίκη Θεοδωράκη – το Θεωρητικό Υπόβαθρο

ena_to_helidoni_extended.jpg

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (23-3-2007)

Το κείμενο που θα διαβάσετε σε λίγο στάλθηκε πριν μερικούς μήνες στον ίδιο το Μίκη Θεοδωράκη, και ήταν μέρος μιας εκτενούς ιδιωτικής αλληλογραφίας ανάμεσά μας. Αυτές τις μέρες συμπληρώθηκε ένας χρόνος, από τότε που ο Μίκης Θεοδωράκης… απέδειξε (και σε μένα προσωπικά) ότι έχει πολύ μεγάλη ανοιχτότητα Νου, μία ανοιχτότητα που όμως έχει μερικές φορές παρεξηγηθεί ή συκοφαντηθεί (στα ΜΜΕ). Πολύ λίγοι συνθέτες στον κόσμο θα δεχόντουσαν (και μάλιστα θα ενθάρρυναν) τόσο ριζοσπαστικές «επεμβάσεις» στη δική τους μουσική, όσο αυτές που ενέκρινε και ενθάρρυνε ο Μίκης.

TO ΙΣΤΟΡΙΚΟ:

Στις αρχές Μαρτίου του 2006 έστειλα ένα e-mail στον Μίκη Θεοδωράκη, ζητώντας την άδειά του για να χρησιμοποιήσω ψηφιακά δείγματα της μουσικής του σε δικά μου κομμάτια (καθώς και σε διασκευές εντελώς δικών του συνθέσεων). Αντί για μία «ξερή απάντηση αφ’ υψηλού» (όπως συνηθίζουν άλλοι… καλαμο-καβαλικευτοί «επώνυμοι» και Σταρ) ο Μίκης Θεοδωράκης με κάλεσε τότε αμέσως στο σπίτι του, όπου πήγα μετά χαράς.

Μιλήσαμε αρκετή ώρα (αν θυμάμαι καλά… πάνω από 2 ώρες). Σε μία περίοδο που είχα κάποια έλλειψη αυτοπεποίθησης για τις μουσικές μου δραστηριότητες, ήθελα μόνο να ζητήσω την άδεια του Μίκη για χρήση ψηφιακών δειγμάτων. Το πιο πιθανό που περίμενα -τότε- ήταν να με… μαλώσει (ή και να με… πετάξει έξω από το σπίτι του)! Ε, ο Μίκης Θεοδωράκης άκουσε πολύ προσεκτικά όλες ανεξαιρέτως τις διασκευές μου. Στο τέλος, τις τίμησε με εντελώς απροσδόκητα θετικά σχόλια, δίνοντάς μου και πολλή ενθάρρυνση να συνεχίσω αυτή την προσπάθεια που «βρίσκεται σε καλό δρόμο» (όπως είπε τότε, χαρακτηριστικά).

Αποφάσισα τότε να ΜΗ μιλήσω δημόσια για αυτό το γεγονός πρόωρα, και να μην κυκλοφορήσω τις διασκευές του Μίκη σαν «δωρεάν mp3». Πέρασε ένας χρόνος, από τότε, με ιδιωτικά e-mails που ανταλλάξαμε (περισσότερα από εμένα προς τον Μίκη -αφού είμαι και… πολυλογάς) (χεχε) με καινούργια Demo-CD, που του πήγαινα κατά καιρούς στο σπίτι του, αλλά και με… ακόμη περισσότερη θετική ενθάρρυνση από το Μίκη να συνεχίσω τις διασκευές της μουσικής του, παρά το γεγονός ότι οι διασκευές αυτές είναι αρκετά ριζοσπαστικές και ρηξικέλευθες, μετατρέποντας επικά τραγούδια από το «Αξιον Εστι» σε πολύ δυνατό Trance και Techno, με έναν εκκωφαντικό ρυθμό που «βαράει πριόνια» (όπως λένε στην πιάτσα των DJ’s) αλλά και με νέες μελωδικές παραλλαγές που δεν υπήρχαν στα πρωτότυπα κομμάτια…

Μετά από όλα αυτά, και ιδιαίτερα εν όψει κάποιων συκοφαντιών κατά του Μίκη Θεοδωράκη, μπορώ να καταθέσω υπεύθυνα την προσωπική μου μαρτυρία για τον Μίκη Θεοδωράκη: Eίναι ένας γλυκύτατος και ταπεινότατος άνθρωπος, με τον… μισό εαυτό του (ανέκαθεν) στη «Μουσική των Σφαιρών», έξω από τα εγκόσμια. Οι εμμονές του Μίκη Θεοδωράκη σε ορισμένες σωστές πολιτικές αξίες και αναμφισβήτητες ηθικές ανθρωπιστικές αρχές προκάλεσαν λάσπη χωρίς λόγο, τόσο στο Διαδίκτυο όσο και στα κλασσικά ΜΜΕ. Αν γνώριζαν μερικοί ανόητοι τον ίδιο το Μίκη και αν έκαναν τον κόπο να «διαβάσουν» με ανοιχτό μυαλό τις δημόσιες δηλώσεις του, θα έβλεπαν πόσο ηλίθια και ανόητα είναι τα δικά τους λόγια. Αγανάκτησα με τέτοιες παρανοήσεις και συκοφαντίες κατά του Μίκη. Μερικές φορές προσπάθησα να τις διορθώσω (στο Διαδίκτυο). Τελικά αποφάσισα (αφού η μουσική μου δουλειά έχει μπει σε καλύτερο δρόμο και δεν θα αργήσει να κυκλοφορήσει) να δημοσιοποιήσω το κείμενο που ακολουθεί, επιτρέποντας και την αναπαραγωγή του χωρίς όρια, σε οποιαδήποτε μορφή (είτε on-line είτε αλλιώς). ΙΔΟΥ το κείμενο που έστειλα στο Μίκη:

Εισαγωγή στο θεωρητικό υπόβαθρο των

διασκευών trance του Μίκη Θεοδωράκη

21-8-2006

 

Για να κατανοήσει κανείς καλύτερα -αλλά και για να εκτιμήσει σωστά- το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας, πρέπει (πρώτα-πρώτα) να βασιστεί σε μία συνειδητοποιημένη πολιτική αντίληψη της «θετικής πλευράς της παγκοσμιοποίησης».

Σήμερα ο πλανήτης ενώνεται επικοινωνιακά και πολιτιστικά, περισσότερο παρά ποτέ. Η πολιτιστική αυτή πλευρά της παγκοσμιοποίησης δεν είναι απαραίτητα αρνητική, και (ίσα-ίσα) μπορεί να είναι -σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό- θετικό γεγονός. Συγκρινόμενη με την οικονομική «παγκοσμιοποίηση του Κεφαλαίου», η πολιτιστική και η καλλιτεχνική παγκοσμιοποίηση τείνει να ακολουθεί τη δική της θετική πορεία, που δεν είναι καθόλου απαραίτητα ένας «πολιτιστικός ιμπεριαλισμός», αλλά μία θετική συνένωση στοιχείων από πολλούς λαούς. Αυτό συμβαίνει διότι η πολιτιστική άμιλλα και η επικοινωνία των λαών (π.χ. μέσω διαδικτύου) δεν ακολουθεί απαραίτητα τις προσταγές του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού (π.χ. των ΗΠΑ) αλλά αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό «παράπλευρα» με τον πολιτιστικό αυτό ιμπεριαλισμό, και πολλές φορές σε ευθεία αντιπαράθεση με αυτόν.

Π.χ. τα παιδιά και οι νέοι που «κατεβάζουν» εκατομμύρια «mp3», αντί να ωφελούν τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες (και να ακολουθούν τις πολιτιστικές προσταγές τους) ωφελούν κυρίως τους εαυτούς τους (ή και ο ένας τον άλλον) σε παγκόσμιο επίπεδο, έτσι ώστε να αφομοιώσουν και να ανταλλάξουν μουσικό υλικό σε τεράστια κλίμακα, το οποίο τους μεταλλάσσει προς την κατεύθυνση μιας διευρυμένης «πλανητικής μουσικής αντίληψης».

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια αυτής της αναίμακτης «νέας πολιτιστικής επανάστασης», που απόκτησε ήδη πρωτόγνωρα τεράστιες πλανητικές διαστάσεις, δεν εύκολο να επιβιώσει οποιοσδήποτε «άνωθεν κατευθυνόμενος» πολιτιστικός ιμπεριαλισμός, αλλά ούτε και το ίδιο εφικτό (όπως άλλοτε) να συντηρηθούν οποιεσδήποτε «αντίρροπες» (αντιδραστικές) τάσεις για τη συντήρηση «πολιτιστικών γκέτο», που αποτελούσαν (δήθεν) «αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση», αλλά (στην πραγματικότητα) δρούσαν εντελώς αντιδραστικά, υπηρετώντας τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό, σε βάρος των λαών του κόσμου. Το φαινόμενο αυτό (που πέρασε σχετικά απαρατήρητο) της δημιουργίας «πολιτιστικών γκέτο» τα οποία -αντί να αντιμάχονται- ενισχύουν τον ιμπεριαλισμό (σε πολύ βαθύτερο επίπεδο) περιλαμβάνει (π.χ.) την μονοπωλιακή κυριαρχία του σκυλάδικου στο μουσικό προσκήνιο της χώρας μας -μέχρι τώρα: Η μετατροπή του μουσικού μας πολιτισμού σε ένα… τουρκικό προτεκτοράτο υπήρξε επιδίωξη ενός ιδιότυπου (δήθεν «πατριωτικού») πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, που είχε (ανάμεσα σε πολλούς πονηρούς στόχους του) την άνευ όρων και άνευ ορίων πολιτιστική αφομοίωση της ελληνικής μουσικής κουλτούρας μέσα στην… τουρκική, έτσι ώστε (μετά την Τουρκία) να γίνει και η Ελλάδα υποχείριο κάποιων «συμμάχων», που θέλουν την Ελλάδα -όπως την Τουρκία- υποχείριο (αλλά και προπύργιο επιρροής) μέσα στα Βαλκάνια και την Ευρώπη. Είναι αξιοσημείωτο όμως το γεγονός ότι για αυτό το μάλλον περίεργο φαινόμενο, προφανώς δεν υπήρξε ποτέ κάποια συνειδητή απόφαση, ή μία συνειδητή χάραξη πολιτιστικής πολιτικής από κανέναν: -Οι δισκογραφικές εταιρείες δεν το έκαναν για πολιτικούς λόγους, αλλά για λόγους καθαρά οικονομικούς (δηλαδή: εύκολη παραγωγή «φτηνών τραγουδιών» ίσον εύκολο κέρδος). Αλλά και ο απλός λαός που… τσιφτεντελίστηκε, σαν συνέπεια, δεν το έκανε για λόγους… προδοτικούς, αλλά για λόγους καθαρά… εκτονωτικούς (μη έχοντας τι άλλο να χορέψει)! Με κοινό τους παρονομαστή την… μουσική βλακεία και τη διανοητική αποχαύνωση, οι μουσικές κουλτούρες Ελλάδας και Τουρκίας, έτειναν λοιπόν -μέχρι τώρα- σε μία τέλεια σύγκλιση, η οποία εξυπηρετούσε περισσότερο τις αντιδραστικές δυνάμεις στο συλλογικό υποσυνείδητο των δύο αυτών (άτυχων) λαών, παρά κάποιο συνειδητό «πολιτικό στόχο»!

Αυτό το συλλογικό φαινόμενο «αρνητικής ενέργειας» εξυπηρέτησε κάποιες πολιτιστικά λανθάνουσες αντιδραστικές διαστάσεις και «ραγιαδοποιημένες καταστάσεις» αυτών των δύο λαών, όπου (όπως στα συγκοινωνούντα δοχεία) η χαμηλού επιπέδου κουλτούρα της μίας χώρας (της Τουρκίας) έτεινε να αφομοιώσει την (αρχικά «υψηλότερου επιπέδου») κουλτούρα της άλλης (της Ελλάδας), και όχι το αντίστροφο. Προφανέστατα, το γεγονός αυτό ήταν επίσης «πολιτικά χρήσιμο» διότι (απλούστατα) ένας ολότελα αποχαυνωμένος ή ψυχολογικά εξουδετερωμένος λαός είναι πολιτικά πιο ευάλωτος, σαν λεία προπαγάνδας αφεντάδων ή εκμεταλλευτών. Όμως θα ήμασταν αφελείς ή και ελαφρώς… «παρανοϊκοί», αν κάναμε την υπόθεση ότι για αυτό τον (υποχθόνιο και αντιδραστικό) πολιτικό στόχο, υπήρξε (απ’ την πλευρά του «κατεστημένου») οποιαδήποτε 100% συνειδητή απόφαση! Όχι, δεν λειτουργεί έτσι η κοινωνία, όπως ξέρουν πολύ καλά οι κοινωνιολόγοι! Εκείνο που φαίνεται ότι προκαλεί τέτοια φαινόμενα μαζικής υποκουλτούρας είναι περισσότερο πολύπλοκο, και κατανοητό μέσα από μια ευρηματικά ριζοσπαστική Μαζική Ψυχολογία.

Σήμερα πάντως, στην Ελλάδα, όπου οι δισκογραφικές εταιρείες αποφάσισαν συνειδητά στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 να επιβάλλουν το μουσικό μονοπώλιο του σκυλάδικου, οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και νέες που «κατεβάζουν» μουσικά κομμάτια (mp3) μέσω διαδικτύου, αυτο-αναβαθμίζονται πολιτιστικά, με ραγδαίο ρυθμό και εντελώς από μόνοι τους, χωρίς να υπακούουν σε κανέναν πολιτιστικό ιμπεριαλισμό, χωρίς να αποδέχονται κανέναν (δήθεν «πατριωτικό») εγκλωβισμό σε οποιοδήποτε «πολιτιστικό γκέτο». Αυτή η «επανάσταση των mp3», που έκανε και τον τελευταίο φτωχό έφηβο στο πιο τελευταίο ελληνικό χωριό να χρησιμοποιεί τα ιντερνέτ-καφέ της περιοχής του (ή τον υπολογιστή του) για να εξοικειώνεται ραγδαία με ήχους πρωτόγνωρους, από την άκρη του κόσμου, τίναξε στον αέρα τα «στεγανά θεμέλια» της μονοκρατορίας του πολιτιστικού γκέτο που λέγεται «σκυλάδικο». Έτσι αυτή η «επανάσταση των mp3» αλλάζει ραγδαία τις ελληνικές και παγκόσμιες μουσικές αντιλήψεις (και όχι μόνον αυτές), ενώ –φυσικά- δεν είναι αυτή η μόνη «θετική πλευρά» της σημερινής πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης των λαών. Μέσα στα πλαίσια αυτής της εμπλουτισμένης με νέα στοιχεία ριζοσπαστικής θεώρησης των ελληνικών και παγκόσμιων μουσικών εξελίξεων, είμαστε τώρα σε θέση να κάνουμε ορισμένες καίριες παρατηρήσεις, όσον αφορά τις νέες δυνατότητες για αναβάθμιση, και για «πλανητικού επιπέδου» διασκευή των ποιοτικών μουσικών έργων, όπως εκείνα του Μίκη Θεοδωράκη.

Το πρώτο πράγμα που δεν μπορεί πλέον να μας διαφεύγει, είναι ότι αδυνατεί κανείς πια να στηρίξει παρωχημένες απόψεις όπως εκείνη της «διαφύλαξης του αρχικού μουσικού στιλ» (μέσα σε ένα μουσικό έργο), π.χ. για (δήθεν) «ιστορικούς λόγους». Ακούμε την άποψη αυτή συχνά, από κάποιους διασκευαστές (ποιοτικών) μουσικών έργων, οι οποίοι (κατά βάθος) απολογούνται για την έμφυτη… ανικανότητά τους(!) να προσφέρουν ή να προσθέσουν κάτι εντελώς δικό τους (ή καινούργιο) στο αρχικό μουσικό υλικό. Δηλαδή, για να ακούμε Μίκη Θεοδωράκη, έστω και σε διασκευασμένη μουσική μορφή, δεν αρκεί (τάχα) μόνο να ακούμε τις αρχικές μελωδίες και τις αρμονίες (του Μίκη), αλλά πρέπει να είναι και το «στιλ ανέπαφο», με έναν τρόπο που οριοθετείται συνήθως αυστηρά -από τους ίδιους τους διασκευαστές. Αν το στιλ αλλάξει, έστω και λιγάκι, κινδυνεύει τότε ο διασκευαστής να χαρακτηριστεί «βέβηλος» ή «αντι-ιστορικός» απέναντι σε κάτι «ιερό» και απαραβίαστο. Προφανώς, για να μην ξεχνάμε τόσο τις οδύνες όσο και τις ηρωικές ιστορικές πράξεις, που τροφοδότησαν με έμπνευση τον ίδιο το Μίκη, όταν έγραφε τα μνημειώδη εκείνα έργα, όπως το «Άξιον Εστί», οφείλουμε (όταν τα διασκευάζουμε) να διατηρούμε κάποια στοιχεία πένθιμα και ηρωικά ή θλιμμένα, όπως κάποιες διπλοπενιές μινόρε, με μπουζούκια! Αλλιώς «διαπράττουμε ιεροσυλία»! Αν –όμως- ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης δεν έχει τέτοιας μορφής «κολλήματα», ή αν (όπως αποδείχτηκε και στην πρόσωπο-με-πρόσωπο συνάντηση μεταξύ μας, το Μάρτιο του 2006) το μυαλό του Μίκη είναι τόσο ευρύ ώστε να χωράνε σ’ αυτό -και να περισσεύουν- όλοι οι συνθέτες και όλα τα στιλ μαζί, τότε… τι να κάνουμε; ☺ Τότε, γίνεται σαφές ότι σε οποιαδήποτε διασκευή οποιουδήποτε μουσικού έργου, οι δογματικές απόψεις για περιορισμούς στο στιλ (για «ιστορικούς λόγους», κ.ο.κ.) δεν ευσταθούν, σε καμία περίπτωση!

Μία διασκευή σήμερα, κρίνεται περισσότερο με βάση τον ίδιο της τον εαυτό, δηλαδή με βάση τη δική της ποιότητα, συνεκτικότητα, κλπ. και μόνο κατά δεύτερο λόγο με βάση το πρωτότυπο έργο. Πάντως οι μεταμορφώσεις ή οι αλλαγές στο πρωτότυπο έργο, πρέπει να έχουν (πρωτίστως) «λόγο ύπαρξης», να μην είναι περιττές, πλεονάζουσες ή άσχετες, να ευσταθούν αρμονικά. Κοντολογίς: Nα «προσθέτουν κάτι αξιόλογο», αντί να αφαιρούν!

Η μουσική «trance» είναι «παιδί» της ραγδαίας μουσικής τεχνολογικής ανάπτυξης, στα τέλη του εικοστού και στις αρχές του εικοστού-πρώτου αιώνα. Σε γενικές γραμμές είναι εφικτό να διασκευαστεί η συντριπτική πλειονότητα όλων των μουσικών κομματιών σε trance, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Μία προϋπόθεση είναι η ύπαρξη αρμονικών στοιχείων ματζόρε και (κατά προτίμηση) επικών στοιχείων στο πρωτότυπο έργο, αν και αποδείχτηκε απολύτως εφικτό να διασκευαστούν σε trance ακόμη και έργα που έχουν αρμονίες πρωτίστως μινόρε, ή και αραβικές, όπως (π.χ.) μία (αρκετά γνωστή) διασκευή trance ενός… σκυλάδικου κομματιού (του Καρρά), η οποία είναι επιπλέον αξιοπρόσεκτη γιατί εξανθρωπίζει και καλλωπίζει αφάνταστα το πρωτότυπο έργο (αρχικά ανυπόφορο)! Η μουσική trance τείνει πάντα να προσθέτει κάτι σημαντικό στο πρωτότυπο έργο, αλλά και ενίοτε να αφαιρεί κάποια στοιχεία του που αποδεικνύονται –τελικά- δευτερεύοντα. Π.χ. μία και μοναδική μουσική φράση ή μέτρο (ή τμήμα τους) μπορεί να αναπτυχθεί σε ένα μακροσκελές ηλεκτρονικό σόλο, το οποίο θέτει σε κίνδυνο τα… χρονικά περιθώρια που υπάρχουν μέσα σε (οποιοδήποτε) τραγούδι, ενώ κάποια άλλα (δευτερεύοντα) μέτρα μπορούν και να εξαλειφθούν εντελώς, χωρίς να αλλοιώνεται το τελικό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, οι (πολλαπλές) διασκευές που έκανα στο έργο του Μίκη «Ένα το χελιδόνι», οδηγούν σε αποτελέσματα τόσο ποικιλόμορφα, ώστε το πρόβλημα είναι (πλέον) το πώς να τα περιορίσει κανείς στο ελάχιστο εκείνο που να χωράει μέσα στα χρονικά περιθώρια λίγων μόνο λεπτών, που επιτρέπονται σε ένα (σημερινό) τραγούδι. Από την άλλη πλευρά (της αφαίρεσης), είναι απολύτως εφικτό να παραλείψουμε εντελώς σημαντικά τμήματα του ιδίου κομματιού (του «Ένα το χελιδόνι») και –παρ’ όλα αυτά- να έχουμε ένα μάλλον πλήρες μουσικό αποτέλεσμα trance, που δεν δημιουργεί καμία «αίσθηση έλλειψης» στον ακροατή. (Τελικά, προτίμησα να συμπεριλάβω όλα τα τμήματα αυτού του τραγουδιού, στην τελική του διασκευή / trance, για λόγους πληρότητας και σεβασμού απέναντι στο πρωτότυπο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εξάντλησα το θέμα, ή ότι δεν υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι διασκευής του σε trance…) Οι επικριτές του νέου αυτού μουσικού είδους, το οποίο χαρακτηρίζουν συνήθως αρκετά απαξιωτικά σαν «ντάπα-ντούπα», βρίσκονται βεβαίως σε πλάνη, όταν νομίζουν ότι αυτή η μουσική αποτελείται αποκλειστικά από «μονότονα και επαναλαμβανόμενα beats». Αν και η χρήση ισχυρών και επαναλαμβανόμενων beats είναι ένα βασικό και αναφαίρετο συστατικό της μουσικής trance, ωστόσο δεν είναι καθόλου το μόνο συστατικό. Από την πλευρά της αρμονίας και της μελωδίας, μέσα στη μουσική trance συμβαίνουν συνήθως πολλές και ποικιλόμορφες «απογειώσεις». Πρόκειται σίγουρα για μία μουσική που είναι από πολιτιστική και πολιτική άποψη «πολύ πιο μπροστά από την εποχή της» διότι είναι η βασική μουσική έκφραση ενός Νού και Σώματος σε κατάσταση απόλυτης ελευθερίας, και… σίγουρα η εποχή μας (όπως όλες οι άλλες προηγούμενες εποχές) δεν είναι ακόμη η εποχή ενός «πολιτισμού ελευθερίας». Αποτελεί λογικό επακόλουθο, ενός τέτοιου είδους μουσικής, το ότι μία σημαντική μερίδα οπαδών της αρέσκεται σε (αυτοκαταστροφικές) χρήσεις διαφόρων ναρκωτικών ουσιών, που (με πολύ σοβαρό τίμημα στην υγεία) τους προσφέρουν ατελείς προσομοιώσεις εκείνης της «κατάστασης απόλυτης ελευθερίας Νου και σώματος» που αυτή η μουσική μεταφέρει και μεταδίδει. Όμως αυτό δεν σημαίνει καθόλου (όπως πολύ λανθασμένα επικρατεί σαν άποψη, στα μαζικά μέσα ενημέρωσης) ότι όλοι οι θιασώτες και δημιουργοί αυτής της μουσικής είναι χαπάκηδες και πρεζόνια! Αντίθετα, το μόνο σίγουρο είναι ότι πολύ περισσότεροι «κλασικοί ρεμπέτες» καπνίζανε χασίς (ή και παίρνανε διάφορα ναρκωτικά) από όσο οι σημερινοί «τρανσάδες», οι οποίοι τείνουν να είναι –σήμερα- η πλειοψηφία της παγκόσμιας νεολαίας, αν κρίνουμε π.χ. από την μόνιμη (πλέον) «πρωτιά» στα παγκόσμια μουσικά charts του DJ Tiesto, τον οποίο κάλεσαν εδώ να παίξει ακόμη κι οι οργανωτές της… ελληνικής Ολυμπιάδας του 2004!

Η σημερινή τεχνολογία που προσφέρεται για μουσικές διασκευές (πάσης φύσεως) είναι –βεβαίως- θηριώδης, αλλά και –ταυτόχρονα- πολύ προσιτή οικονομικά, στον καθένα. Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από έναν πρωτόγνωρο οργασμό μουσικής δημιουργικότητας, τόσο μεγάλο ώστε οι απαισιόδοξοι ισχυρισμοί για «στείρα έμπνευση» και για «μουσική παρακμή», που ακούμε κατά καιρούς στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, θα πρέπει μάλλον να προξενούν το γέλιο! Το «αστείο» αυτής της υπόθεσης είναι όμως αλλού, είναι το ότι σήμερα είναι πρακτικά αδύνατον να τα βγάλουμε πέρα με… ακριβώς αυτό τον τεράστιο όγκο από γεωμετρικά αυξανόμενες ποσότητες δημιουργικότητας. Διότι, αν υποθέσουμε ότι έχουμε διαθέσιμο χρόνο, δεν φτάνουν ούτε… δέκα ζωές πια, για να ακούσουμε όλα τα αξιόλογα κομμάτια, που υπάρχουν διαθέσιμα. Μόνο στο site του internet “IUMA” (το πρώτο του είδους του, μέσα στο οποίο δημοσίευσα τα πρώτα μου κομμάτια, το 1999), περιείχε -λίγο πριν κλείσει- έργα περισσότερων από 150.000 «ανεξάρτητων συνθετών»! Και αν είναι αλήθεια (βεβαίως) ότι μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και ένα τεράστιο ποσοστό «σαβούρας», πάλι χρειάζεται κανείς πολλές ζωές μόνο και μόνο για να… καθαρίσει τα «διαμάντια» από τις σαβούρες, αλλά και… περισσότερο από τη διάρκεια μίας ζωής για να ακούσει κανείς μόνο τα «διαμάντια» (αν υποθέσουμε ότι κάποιος άλλος θα τα έχει συγκεντρώσει όλα σε μία ενιαία συλλογή, χωρίς καθόλου σαβούρες). Η σύγχρονη μουσική trance (των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα) είναι παιδί αυτών των εξελίξεων, αλλά και… τις γεννάει ακατάπαυστα. Συνδυάζοντας ήχους και στοιχεία από ένα ευρύ φάσμα (ψηφιακών δειγμάτων, κλπ.) η μουσική αυτή αναπτύσσεται ολοένα και πιο ραγδαία, παραμερίζοντας όλα τα άλλα είδη. Τα περισσότερα είδη μουσικής που εμφανίστηκαν μέχρι τώρα περιορίζονται από ένα «ταβάνι» που τα εμποδίζει να πάνε πιο ψηλά. Για να πάει η μουσική ακόμη πιο ψηλά, για να απογειωθεί πάνω από κάθε είδους «ταβάνι», χρειάζεται τα «φτερά» που της προσφέρει το trance. Αυτό είναι τουλάχιστον το δικό μου όραμα ή «σενάριο» μουσικής εξέλιξης. (Δεν είναι απαραίτητο –βέβαια- και το να… συμφωνείτε! ☺ )

Μετατρέποντας τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη σε trance, θεωρώ πως δεν έκανα μία (ακόμη) «μαϊμουδιά», αλλά ότι απόδειξα έμπρακτα κάποιες δημιουργικές δυνατότητες, και –ταυτόχρονα- απελευθέρωσα (σε κάποιο μικρό βαθμό) την υπέροχη αυτή μουσική του Μίκη, από τα «κολλήματα» στο στιλ, που την περιορίζουν, που την εμποδίζουν από το να πετάξει ακόμη πιο μακριά, από το να ακουστεί και να χορευτεί σήμερα, από τη νεολαία σε όλα τα club, ακόμη και στα πέρατα του πλανήτη. Με άλλα λόγια, έκανα και εγώ, ένα είδος «θετικής παγκοσμιοποίησης»! – Το αποτέλεσμα, θα το κρίνετε εσείς!… ☺

5 comments

  1. Γιώργο, με μπέρδεψες με τα …Υπερκείμενα. Το άρθρο του Γεωργούλα το είχα δει. Κριτική (δηλ. ξεχέσιμο) στο βιβλίο του Γαβριηλίδη υπάρχει στο τελευταίο ΑΡΔΗΝ (Σπύρος Κουτρούλης, σελ. 30) – δυστυχώς δεν την έχουν στην ηλ. έκδοση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s