Ποιό ρόλο παίζει ο πατριωτισμός στην καπιταλιστική δημοκρατία: Ιδιαίτερα τη δική μας / Ιδιαίτερα σήμερα;

Του Bertell Ollman

Μετάφραση εκτενών αποσπασμάτων

Είναι ξεκάθαρο πως ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις (όπως π.χ. εν καιρώ πολέμου) ο πατριωτισμός ταυτίζεται με την άκριτη, τυφλή υποταγή σε διαταγές.  Σε τέτοιες περιστάσεις η «αγάπη για τη χώρα» ισοδυναμεί με ανενδοίαστη υπακοή στις κυβερνητικές αρχές της χώρας.  Ο πατριωτισμός μπορεί να οδηγήσει εκατοντάδες ανθρώπους με προθυμία στο θάνατο.  Το μυστήριο του πατριωτισμού –από πού προέρχεται, ποιες δυνάμεις τον κατευθύνουν και πως ακριβώς λειτουργεί- εξακολουθεί να διαφεύγει στους περισσότερους από εμάς.  Η αποκάλυψη αυτού ακριβώς του μυστηρίου –το οποίο γίνεται περισσότερο αδιαπέραστο μετά από κάθε νέο πατριωτικό ξέσπασμα- είναι ο σκοπός αυτού του δοκιμίου.

Είναι συχνό φαινόμενο στο όνομα του πατριωτισμού να καταργούνται πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες και να στιγματίζεται οποιαδήποτε κριτική στάση απέναντι στις κυβερνήσεις ως «αντιπατριωτική».  Τέτοιου είδους ‘πατριωτισμοί’ είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι για την Αριστερά επειδή την απομονώνουν και ταυτόχρονα προκαλούν σύγχυση στις τάξεις της.  Πατριωτικά ξεσπάσματα οδηγούν επίσης, τις περισσότερες φορές, την Αριστερά σε απομόνωση από πλατιά λαϊκά στρώματα με τα οποία θα ήθελε να επικοινωνήσει, εφόσον οι εργαζόμενοι είναι τις περισσότερες φορές οι πιο ενθουσιώδεις «πατριώτες».  Επίσης αδρανοποιούν τα επιχειρήματα των αριστερών περιβάλλοντάς τα συνήθως με αδιαφορία, ενώ ταυτόχρονα απειλούν τις δουλειές, τις φιλίες και την προσωπική ασφάλεια των αριστερών.  Μερικοί έχουν φτάσει στο σημείο να ισχυριστούν πως ο πατριωτισμός στα εργατικά στρώματα των καπιταλιστικών χωρών έχει αποτελέσει το κύριο ψυχολογικό φράγμα για μια σοσιαλιστική επανάσταση στον 20ο αιώνα.  Και αυτό δεν είναι τελικά τόσο μεγάλη υπερβολή όσο ακούγεται.  Το σίγουρο είναι πως ο πατριωτισμός πρέπει να κατανοηθεί πολύ καλύτερα.

Ο πατριωτισμός ορίζεται γενικά ως «αγάπη για τη χώρα».  Αυτό που πρέπει όμως να διερευνηθεί είναι:

1.  Ποια είναι η έννοια της χώρας;

2.  Από πού πηγάζει αυτή η αγάπη, γιατί είναι τόσο έντονη και ταυτόχρονα προξενεί τόσο μεγάλη ευφορία;

3.  Γιατί τα σύμβολα, όπως κυρίως η σημαία, παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στην πρόκληση πατριωτικών συναισθημάτων, πεποιθήσεων και πράξεων;

4.  Τι προσδίδει στις κυβερνητικές αρχές τον προνομιακό ρόλο του διερμηνέα του νοήματος των εθνικών συμβόλων;

5.  Ποια είναι η σχέση πατριωτισμού και καπιταλισμού;

6.  Γιατί σε μερικές χώρες ή σε κάποιες δεδομένες ιστορικές περιστάσεις παρατηρείται εντονότερος πατριωτισμός;

7.  Πώς γίνεται αντιληπτή η διάκριση του Λένιν μεταξύ του «εθνικισμού των καταπιεσμένων» και του «εθνικισμού των καταπιεστών»;

Για να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα θα ανατρέξουμε εδώ στις θεωρίες του Μαρξ για το κράτος και την αλλοτρίωση.  Ειδικότερα για την ανάλυση του πατριωτισμού χρησιμοποιείται η ιδέα του Μαρξ για το κράτος ως «απατηλή κοινότητα» (illusory community).  Σύμφωνα με τον Μαρξ όλοι μας ανήκουμε σε δύο επικαλυπτόμενες και αλληλοτεμνόμενες κοινότητες.  Η πρώτη είναι η αυθεντική κοινότητα (social community) η οποία προέρχεται από τον αρχικό καταμερισμό εργασίας που αναθέτει σε κάθε άνθρωπο διαφορετικά έργα και καθιστά ένα βαθμό συνεργασίας απαραίτητο για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες του καθενός.  Η δεύτερη κοινότητα στην οποίαν επίσης όλοι ανήκουμε είναι η απατηλή κοινότητα (illusory community).  Η απατηλή κοινότητα περιλαμβάνει τους ίδιους ανθρώπους και απαιτεί την ίδια αλληλεξάρτηση γι’ αυτό άλλωστε χαρακτηρίζεται ως κοινότητα.  Όμως στην απατηλή κοινότητα μια τάξη κατέχει την οικονομική και πολτική εξουσία και τη χρησιμοποιεί για να εμφανίζει τα ιδιαίτερα ταξικά της συμφέροντα ως γενικά συμφέροντα (αυτά που συνήθως σήμερα ονομάζουμε «εθνικά συμφέροντα») που δήθεν αποσκοπούν στο γενικό καλό.  Και αυτό ακριβώς καθιστά αυτήν την κοινότητα απατηλή: Μια κοινωνία που φαινομενικά ανήκει σε όλους και νοιάζεται για όλα τα μέλη της αλλά στην πραγματικότητα ανήκει στην κυρίαρχη τάξη και ενδιαφέρεται μόνο για αυτήν την τάξη και όσους τη βοηθούν να αναπαράγει την κυριαρχία της.  Η αλληλεξάρτηση των ανθρώπων, που εξακολουθεί να υφίσταται, μορφοποιείται στην απατηλή κοινότητα σε διάφορους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς κανόνες και θεσμούς που ευνοούν τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα της κυρίαρχης τάξης.  Για να μπορέσουν αυτοί οι θεσμοί να λειτουργήσουν καλά η κυρίαρχη τάξη χρειάζεται να οικοδομήσει μια ιδεολογία που να αποκρύπτει ή/και να υπερασπίζεται τα ιδιαίτερα συμφέροντά της.  Στο επίκεντρο μιας τέτοιας ιδεολογίας σε όλη την ιστορία των ταξικών κοινωνιών και ιδιαίτερα των καπιταλιστικών κοινωνιών βρίσκεται ο πατριωτισμός.

Η εμπειρία της συμμετοχής στην αυθεντική κοινότητα περιλαμβάνει και μια σημαντική συναισθηματική συνιστώσα.  Προκαλεί το συναίσθημα βαθιάς ικανοποίησης και εσωτερικής ασφάλειας που συνοδεύει τις περισσότερες μορφές συνεργασίας και κοινωνικής αλληλεγγύης.  Ο πατριωτισμός διαστεβλώνει τα ισχυρά συναισθήματα ικανοποίησης που νοιώθει κάθε άνθρωπος με την κοινωνική μέθεξη και την κοινωνική αλληλεγγύη εκτρέποντάς τα από τη σφαίρα της αυθεντικής κοινότητας στη σφαίρα της απατηλής κοινότητας.  Επειδή ακριβώς ο πατριωτισμός ψευδεπίγραφα ικανοποιεί μια θεμελιώδη ανάγκη του ανθρώπου για κοινωνική συμμετοχή και κοινωνική αλληλεγγύη, περιβάλλεται πάντοτε από έντονα συναισθήματα και προκαλεί ενθουσιασμό και ευφορία αλλά και μίσος, οργή, πένθος κλπ. Το συναίσθημα στο πατριωτισμό παίζει τον κυρίαρχο ρόλο.  Οι πατριωτικές ιδέες είναι ως επί το πλείστον εκλογικεύσεις συναισθημάτων και οι πατριωτικές ενέργειες έχουν αποκλειστικά σχεδόν συναισθηματικά κίνητρα χωρίς καν να επιχειρείται τις περισσότερες φορές η εκλογίκευσή τους.  Χαρακτηριστική συνέντευξη αμερικάνου πατριώτη που διαβεβαιώνει πως ενώ δεν ξέρει τι ακριβώς σημαίνει «αμερικάνικος τρόπος ζωής» δεν θα δίσταζε να θυσιάζει τη ζωή του για να τον υπερασπιστεί.

Κυρίαρχο ρόλο στη μετατόπιση από την αυθεντική κοινότητα στην απατηλή κοινότητα παίζουν τα εθνικά σύμβολα (σημαία, εθνικός ύμνος, εθνικά μνημεία κλπ.). Τα σύμβολα στην πραγματικότητα υποκαθιστούν τα ίδια το αντικείμενο της λατρείας απογυμνώνοντας έτσι την έννοια της χώρας από κάθε εμπειρία της πραγματικής ζωής.  Η ΄χώρα’ έτσι καθίσταται ένα κενό γράμμα, ένα άδειο κέλυφος, ένα αδειανό πουκάμισο που θα ‘λεγε και ο ποιητής.  Αυτή ακριβώς είναι η ‘χώρα’ που σηματοδοτούν τα εθνικά σύμβολα.  Απογυμνωμένη από όλα τα στοιχεία τα σχετικά με το ποιος κάνει τι σε ποιον και γιατί σε μια κοινωνία, η ‘χώρα’ διατηρεί όλα τα μυστικά της και η απατηλή κοινότητα συνεχίζει να σκεπάζεται από ένα πέπλο μυστηρίου που την καθιστά πιο σίγουρη από ποτέ.  (Θυμηθείτε και τον ορισμό του Orwell για τον πατριωτισμό και το μυστήριο «όλα συνεχώς αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν»).  Από την άλλη πλευρά η τόσο αφηρημένη και νεφελώδης έννοια της χώρας επιτρέπει στους ανθρώπους να τη συγχέουν με την αυθεντική κοινότητα, και να αντιδρούν στα πατριωτικά σύμβολα της απατηλής κοινότητας σαν να ήταν πραγματικές εκφράσεις της αυθεντικής κοινότητας.

Τα εθνικά σύμβολα είναι όμως, σύμφωνα με τη μαρξιστική ανάλυση, κάτι πολύ περισσότερο από απλά σύμβολα (αναπαραστάσεις, σημεία ή δείκτες).  Είναι επίσης «προϊόντα», προϊόντα αλλοτριωμένης πολιτικής δραστηριότητας. Οι σημαίες, οι εθνικοί ύμνοι κλπ. δεν θα μπορούσαν να καταφέρουν τόσα πολλά εάν δεν ενσωμάτωναν κάποιες εξουσίες τις οποίες οι άνθρωποι έχουν χάσει μέσω της αλλοτριωμένης πολιτικής δραστηριότητάς τους.  Για να γίνει κατανοητό αυτό πρέπει να ανατρέξουμε στη θεωρία της αλλοτρίωσης του Marx.  Στην οικονομική σφαίρα, ο Μαρξ έχει καταδείξει πώς στις καπιταλιστικές κοινωνίες, ο εργάτης πουλώντας την εργατική του δύναμη αποξενώνεται (χάνει τον έλεγχο) από τη χρήση της και από το τελικό προϊόν της εργασίας του.  Μετά, μέσω μιας σειράς μεταμορφώσεων, που προέρχονται από τις αγοραπωλησίες που λαμβάνουν χώρα στις αγορές, αυτά τα προϊόντα παίρνουν τη μορφή –αξιών, εμπορευμάτων, κεφαλαίων, χρήματος, κέρδους, τόκων, μισθών- που αποκρύπτουν την αρχική τους καταγωγή στην αλλοτριωμένη παραγωγική δραστηριότητα και αποκτούν μυστηριώδη εξουσία στη ζωή των ίδιων των παραγωγών τους.  Ο Μαρξ αποκαλεί το χρήμα ως ‘το αλλοτριωμένο δυναμικό της ανθρωπότητας’.  Είναι ότι ακριβώς ήταν οι εργάτες κάποτε αλλά δεν είναι πια, ό,τι έχουν απωλέσει (την κυριαρχία στον κόσμο που οι ίδιοι έχουν φτιάξει) μέσα από τη διαδικασία μεταφοράς αυτής της εργατικής δύναμης στις διάφορες μορφές αξίας των προϊόντων τους και κυρίως στο χρήμα.  Τώρα το χρήμα ‘μιλάει’, το χρήμα αποφασίζει, το χρήμα διευθύνει (και όλα αυτά εκλαμβάνονται σαν να προέρχονται από την ίδια τη φύση του χρήματος) και οι άνθρωποι από τους οποίους το χρήμα απέκτησε αυτήν την εξουσία εξαναγκάζονται να υποταγούν σε αυτό.

Το ίδιο ακριβώς υπόδειγμα αλλοτρίωσης μπορούμε να εντοπίσουμε και στην πολιτική ζωή, όπου οι άνθρωποι –ως πολίτες πλέον- συμμετέχουν σε μια σειρά αλλοτριωμένων πολιτικών δραστηριοτήτων όπως π.χ. ψηφίζουν, συμμετέχουν σε προεκλογικές καμπάνιες, φτιάχνουν και υπακούουν σε νόμους, τραγουδούν τον εθνικό ύμνο, χαιρετούν τη σημαία κ.ά.  Οι δραστηριότητες αυτές είναι αλλοτριωμένες, επειδή –όπως και οι οικονομικές δραστηριότητες- λαμβάνουν χώρα σε συνθήκες και για σκοπούς που είναι απόλυτα ελεγχόμενοι από άλλους οι οποίοι έχουν διαφορετικά και ενάντια συμφέροντα.  Και όπως ακριβώς και στην οικονομία, η αλλοτριωμένη πολιτική δραστηριότητα μεταμορφώνεται σε ένα γενικό προϊόν που περιλαμβάνει, κατάλληλα αλλοιωμένες, τις περισσότερες από τις ικανότητες που οι πολίτες έχουν χάσει κατά τη δημιουργία του. Στη σφαίρα της πολιτικής, το αλλοτριωμένο προϊόν στο οποίο οι πολίτες έχουν μεταβιβάσει το μεγαλύτερο τμήμα της πολιτικής τους δύναμης είναι το κράτος.  Αυτό που μεταβιβάζεται στο κράτος είναι η ιδιαίτερη ικανότητα του ανθρώπου να οργανώνει από κοινού τη ζωή του ως αλληλοεξαρτώμενο και συνεργαζόμενο μέλος της κοινωνίας (ταυτόχρονα με όλα τις θετικές σκέψεις και τα θετικά συναισθήματα που συνοδεύουν αυτήν την κοινωνική ικανότητα). Μετά, όπως ακριβώς η αξία μεταμορφώνεται σε χρήμα στην οικονομία, οι ανθρώπινες δυνάμεις και ικανότητες μεταμορφώνονται σε μια σειρά συγκεκριμένων μορφών: θεσμούς, συντάγματα, νόμους, παραδόσεις και σύμβολα (όπως η σημαία).  Και όπως ακριβώς και στην οικονομική σφαίρα, οι μορφές αυτές χρησιμοποιούνται για να προσδώσουν στον εαυτό τους μυστηριακό χαρακτήρα και να χρησιμοποιηθούν για την εκμετάλλευση της πλειοψηφίας των πολιτών των οποίων η αλλοτριωμένη δραστηριότητα τις παρήγαγε.  Αυτό συμβαίνει επειδή η πλειοψηφία βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας μικρής ομάδας, μιας πολιτικής ελίτ στη συγκεκριμένη περίπτωση, η οποία έχει ενάντια με αυτούς συμφέροντα.  Το σημαντικότερο από αυτά τα συμφέροντα είναι η αναπαραγωγή των συνθηκών που δίνουν σε αυτούς τον έλεγχο.  Συνοψίζοντας, το χρήμα και η σημαία (όπως και ο σταυρός στη θρησκευτική σφαίρα) είναι κατά βάθος αδέλφια, όλα προϊόντα αλλοτριωμένων δραστηριοτήτων σε διαφορετικές σφαίρες της ζωής, όλα δυνάμεις που περιβάλλονται με μυστήριο και κυριαρχούν στην ύπαρξή μας.

Ο Μαρξ αναφέρει τη φυσική (στην πραγματικότητα υπερφυσική) δύναμη την οποία ο κόσμος αποδίδει σε τέτοια πράγματα όπως το χρήμα, ο σταυρός και η σημαία ως ‘φετιχισμό’.  Τέτοια φετίχ όπως η σημαία αντί να συμβολίζουν τη χώρα υποκαθιστούν την ίδια τη σημασία της χώρας.  Ενώ όμως η σημαία στα μάτια των πατριωτών λειτουργεί ως ανεξάρτητη δύναμη που μας λέει τι πρέπει να κάνουμε κάθε στιγμή, ξέρουμε πως στη πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι έτσι.  Επειδή τα σύμβολα είναι βουβά, δεν μπορούν να μιλήσουν.  Πρέπει να ερμηνευθούν.  Κάποιος πρέπει να πει τι σημαίνουν και τι απαιτείται από εμάς.  Και αυτός ο κάποιος πρέπει να έχει την αυθεντία στα μάτια του κόσμου να διαβάζει τις επιταγές της σημαίας και να είναι πιστευτός από τον κόσμο.  Αναφορικά με τα πατριωτικά σύμβολα, είναι η Κυβέρνηση και κυρίως ο Πρόεδρος της χώρας που αναπαριστούν τη φωνή των φετίχ, βγάζοντας διαγγέλματα για το τι ακριβώς η σημαία θέλει εμείς να κάνουμε κάθε στιγμή.  Ο Πρόεδρος έχει το προνόμιο να είναι η φωνή της σημαίας επειδή είναι ο νομιμοποιημένος αρχηγός του κράτους, όπου το ίδιο το κράτος (το οποίο έχει υιοθετήσει τη σημαία ως σύμβολό του) αντιμετωπίζεται ως το νομιμοποιημένο όργανο της αυθεντικής κοινότητας.  Όπως όμως πολύ καλά γνωρίζουμε σε ταξικές κοινωνίες το κράτος δεν υπηρετεί όλους ισότιμα.  Αντίθετα, οι βασικές λειτουργίες του κράτους κατατείνουν στην εξυπηρέτηση της κυρίαρχης οικονομικής τάξης και στην αναπαραγωγή των συνθηκών της ύπαρξής της ως κυρίαρχης τάξης.  Στον καπιταλισμό, αυτό σημαίνει κυρίως να βοηθάει την καπιταλιστική τάξη να συσσωρεύει κεφάλαιο, να προσδίδει αξία στα προϊόντα της, να καταστέλλει τις αντιδράσεις κατά της εκμετάλλευσης και να νομιμοποιεί όλες τις μορφές με τις οποίες αυτή η κατάσταση συνεχίζεται.  Σε κάθε δεδομένη στιγμή, είναι η επιτυχία του κράτους στη νομιμοποίηση του καπιταλισμού που προσφέρεται ως μέτρο αποτίμησης της επιτυχίας του ίδιου του κράτους.  Για να κάνει όμως τη δουλειά του καλά, το κράτος πρέπει να εμφανίζεται νομιμοποιημένο στα μάτια της πλειοψηφίας των πολιτών του, πράγμα το οποίο βασικά απαιτεί να αποκρύπτεται η μεροληψία του υπέρ της κυρίαρχης καπιταλιστικής τάξης.  Η σημαία και τα άλλα πατριωτικά σύμβολα είναι πολύ σημαντικός παράγοντας για την επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας.  Στις περισσότερες αστικές δημοκρατίες οι κύριοι φορείς νομιμοποίησης του καπιταλιστικού κράτους είναι το Σύνταγμα, οι «ανεξάρτητες» δικαστικές αρχές και οι «ελεύθερες» εκλογές.  Τα παραπάνω προσδιορίζουν τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να παίζεται.  Η εξουσία των παραπάνω θεσμών έγκειται, σε τελευταία ανάλυση, στη διαδεδομένη πεποίθηση πως αυτοί οι θεσμοί είναι υπεράνω της τρέχουσας πολιτικής και ενδιαφέρονται μόνον για το καλό της κοινωνίας ως συνόλου, δηλ. είναι δήθεν θεσμοί της αυθεντικής κοινότητας και όχι της απατηλής κοινότητας.  Στηριζόμενο σε αυτούς τους πυλώνες, το κράτος και οι αξιωματούχοι του δεν αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να κάνουν τους πολίτες να υπακούουν στα προστάγματά τους.  Η απειλή βίας, όπως σε περίπτωση παραβίασης των νόμων, παραμένει ενεργή στο παρασκήνιο, όμως η μεγαλύτερη ισχύς που προέρχεται από τη νομιμοποίηση καθιστά τη βία τις περισσότερες φορές αχρείαστη.  Αν όμως η δημοκρατία όντως αντιπροσωπεύει τη λαϊκή βούληση, πώς οι καπιταλιστές είναι σίγουροι πως, με βάση τη δική τους οπτική ο λαός θα δρα πάντοτε ‘υπεύθυνα’;  Κανείς καπιταλιστής δεν ανησυχεί στις αστικές δημοκρατίες επειδή έχουν καταλάβει πως οι εκλογές εύκολα μπορεί να εξαγοραστούν, η παιδεία και η πληροφόρηση να μονοπωληθούν και διάφοροι μεροληπτικοί νόμοι και κανονισμοί να τεθούν σε εφαρμογή έτσι ώστε κανένα αντικαπιταλιστικό κόμμα να μην έχει πιθανότητες εκλογικής νίκης.

Σε περιπτώσεις όμως στις οποίες αρχίζει να διαφαίνεται πως το Σύνταγμα, οι αποφάσεις των δικαστηρίων και οι κοινοβουλευτικές εκλογές λειτουργούν μεροληπτικά υπέρ του κεφαλαίου, η κυβέρνηση βρίσκεται σε ένα διαρκή κίνδυνο απώλειας της νομιμοποίησής της που της είναι απαραίτητη για να λειτουργεί αποτελεσματικά. Για να αποτρέπουν τέτοιου είδους καταστροφές οι κυβερνήσεις έχουν γίνει ειδήμονες στη χρήση πατριωτικών συμβόλων ως φετίχ.  Εκφωνώντας π.χ. τους λόγους τους μπροστά από τη σημαία, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι όχι μόνον καθίστανται η φωνή της σημαίας που μας υποβάλλει τι πρέπει να κάνουμε αλλά αυξάνουν και τη δική τους νομιμοποίηση να μιλάνε για λογαριασμό της σημαίας.  Με αυτή τη διαδικασία η αληθινή φύση του Συντάγματος, της Δικαιοσύνης και των δημοκρατικών εκλογών ως θεσμών της απατηλής κοινότητας γίνεται πάλι αόρατη και ο ρόλος της κυβέρνησης ως ο κύριος υπερασπιστής των καπιταλιστικών συμφερόντων αποκρύπτεται επιμελώς.  Για να είναι επιτυχής μια έκκληση της κυβέρνησης στον πατριωτισμό των πολιτών της πρέπει να διατηρεί ένα ποσοστό νομιμοποίησης τουλάχιστον στα αρχικά στάδια.  Μια κυβέρνηση με φθίνουσα νομιμοποίηση δεν μπορεί να περιμένει πολύ για να αντιδράσει. Συνήθως, μια επιτυχής επίκληση του πατριωτισμού των πολιτών εξαρτάται επίσης από μια συνθήκη ή ένα γεγονός της επικαιρότητας που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως η ‘αντικειμενική’ αιτία της επίκλησης. Τέτοιες περιστάσεις προσφέρονται ως η καλύτερη ευκαιρία για την πυροδότηση των εκρηκτικότερων πατριωτικών συναισθημάτων και την ανάκτηση από την πλευρά των κυβερνήσεων των περιθωρίων για ελιγμούς που χρειάζονται για να φέρουν σε πέρας την πολιτική τους ατζέντα τους πακεταρισμένη πλέον κατάλληλα με το περιτύλιγμα του «εθνικού συμφέροντος».

Η τελευταία ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί είναι: πώς η παραπάνω ανάλυση επηρεάζει την διάκριση που ο Λένιν και άλλοι έχουν αναδείξει μεταξύ του ‘εθνικισμού των καταπιεσμένων’ και του ‘εθνικισμού των καταπιεστών’;  Είναι ξεκάθαρο, πως κάποιες μορφές καταπίεσης έχουν εθνικό χαρακτήρα.  Είναι επίσης ξεκάθαρο πως κάποιος δεν μπορεί να αντισταθεί στην καταπίεση χωρίς να αναγνωρίζει το δικαίωμα στα θύματα της καταπίεσης να επαναστατήσουν εναντίον της.  Και υπό αυτήν την έννοια, στο βαθμό που ο εθνικισμός βοηθάει κάποιες καταπιεσμένες ομάδες να οργανωθούν αποτελεσματικότερα, πρέπει να αναγνωριστεί ως θετικό στοιχείο από όλους όσους υποστηρίζουν αυτόν τον αγώνα.  Επιπλέον, στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, όπου όλο και περισσότερο η καταπίεση παίρνει τη μορφή της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η εθνικιστική αντίσταση μπορεί ακόμα και να θεωρηθεί ως τμήμα ενός παγκόσμιου κινήματος εναντίον του κεφαλαίου. Για όλους αυτούς τους λόγους, ο εθνικισμός των καταπιεσμένων δεν μπορεί να εξισωθεί με τον εθνικισμό εκείνων, όπως π.χ. των Αμερικανών, που βοηθάει την κυρίαρχη τάξη τους να επεκτείνουν την καταπίεσή τους σε άλλα εδάφη.

Έχοντας πει τα παραπάνω, δεν έπεται πως όλη η παραπάνω ανάλυση για τον εθνικισμό/πατριωτισμό εφαρμόζεται μόνον σε πολιτικά οπισθοδρομικές μορφές αυτής της ιδεολογίας.  Η καταγωγή κάθε εθνικισμού βρίσκεται πάντα στην αλλοτρίωση, στο φετιχισμό, στη δίψα της κοινωνίας για συμμετοχή και αλληλεγγύη, στην αυταρχική διαχείριση καταστάσεων από πολιτικούς ηγέτες, σε μια ως επί το πλείστον φαντασιακή συλλογική ιστορία, σε σθεναρή αντίθεση έναντι ενός προδιαγεγραμμένου εχθρού και στην μη ανεκτικότητα της διαφωνίας που τον συνοδεύουν. Επίσης, τα περισσότερα εθνικιστικά κινήματα καταπιεσμένων λαών συνήθως είχαν μεσοαστικές λαϊκιστικές ηγεσίες οι οποίες πολύ συχνά στράφηκαν εναντίον των σοσιαλιστών και κομμουνιστών συμμάχων τους, μερικές φορές βάναυσα, όταν πήραν την εξουσία.  Εάν από τη μια πλευρά το δίκαιο των αιτημάτων τους αποτελεί ένα επιχείρημα για την υποστήριξη των αριστερών προς τα εθνικιστικά κινήματα των καταπιεσμένων λαών,  το ιστορικό καταστολής και απαγορεύσεων που ακολουθεί την ανάληψη της εξουσίας από την πλευρά τους μαζί με τον αλλοτριωμένο χαρακτήρα του συνόλου της εθνικιστικής ιδεολογίας είναι εξίσου σημαντικά επιχειρήματα για περισσότερο κριτική στάση. Πρακτικά, είναι πιθανώς καλύτερα να υιοθετείται μια κατά περίπτωση προσέγγιση, λαμβάνοντας υπόψη: τη σοβαρότητα των καταχρήσεων εξουσίας, την ισορροπία των υφισταμένων πολιτικών δυνάμεων, το ευρύτερο διεθνές πλαίσιο, τις ευκαιρίες για βελτιώσεις εάν όχι για ριζικές αναδιαρθρώσεις που κάθε πολιτικός αγώνας μπορεί να επιφέρει, αλλά επίσης και το πλήρες εύρος των στρεβλώσεων και των εξαιρετικών κινδύνων που πάντα συνοδεύουν τέτοιες εξελίξεις.  Εν συντομία, εάν ο Λένιν είχε δίκιο διακρίνοντας τον εθνικισμό των καταπιεσμένων από αυτόν των καταπιεστών, επισημαίνοντας τη σημασία που έχει η υποστήριξη της αριστεράς προς τον πρώτο, άλλο τόσο δίκιο είχε και η Rosa Luxemburg- που αντιτιθέμενη στη διάκριση του Λένιν- επέστησε την προσοχή μας στους κινδύνους μιας τέτοιας πολιτικής επιμένοντας να υποστηρίζει τη μαρξιστική κριτική του εθνικισμού σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις.

———————————————————————————————

Σημείωση του μεταφραστή

Προσπάθησα σε αυτό το post να μεταφέρω στην ελληνική γλώσσα – και εν μέρει κάποια σημεία και στην ελληνική πραγματικότητα- εκτενή αποσπάσματα του δοκιμίου του Bertell Ollman What Role Does Patriotism Play in Capitalist Democracy: Particularly Ours / Particularly Now? Το έκανα γιατί πιστεύω πως το δοκίμιο αυτό αποτελεί μια εξαιρετικά ολοκληρωμένη και διεισδυτική μαρξιστική ανάλυση του φαινομένου του πατριωτισμού/εθνικισμού.  Σημειωτέον πως ο συγγραφέας δε βρίσκει ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στον πατριωτισμό και τον εθνικισμό και χρησιμοποιεί ισοδύναμα και τις δύο λέξεις.  Πολλοί ίσως να πιστεύουν πως δεν είναι καιρός για θεωρητικές αναλύσεις αλλά καιρός για δράση στην ευρύτερη δυνατή βάση.  Έχω τη γνώμη πως μια καλή θεωρητική ανάλυση μας παρέχει τα εργαλεία για να εκτιμήσουμε καλύτερα τη σημερινή κατάσταση και να δράσουμε αποτελεσματικότερα.  Ένα καλό θεωρητικό πλαίσιο επίσης μπορεί να μας παρέχει τα εργαλεία για να κάνουμε και σωστές προβλέψεις.  Για όσους αναρωτιούνται πώς μπορεί να μας φανεί χρήσιμη μια τέτοια ανάλυση για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα θα τους πρότεινα να διαβάσουν προσεκτικά τις τρεις τελευταίες παραγράφους του κειμένου.  Το όφελος από μια τέτοια ανάγνωση πιστεύω πως είναι διττό:  Από την μια πλευρά θα μας προετοιμάσει για το τι πρέπει να περιμένουμε από έναν κρατικό μηχανισμό που έχει υποστεί ισχυρά ρήγματα στη νομιμοποίησή του και από την άλλη θα μας βοηθήσει να μην είμαστε μεν δογματικοί απέναντι σε ευρύτερες πατριωτικές κινητοποιήσεις αλλά ταυτόχρονα να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί γνωρίζοντας από πού πηγάζουν τέτοια κινήματα,  πώς μπορούν να χειραγωγηθούν και πού μπορεί να καταλήξουν.

10 comments

  1. Ευχαριστούμε Ζώη !
    Σημαντική κι επίκαιρη μετάφραση (και καλή _σαν_ μετάφραση).
    Επίσης σημαντικά όσα υπογράμμισες στο τέλος.

    Το πρωτότυπο το είχα διαβάσει χθες από το λινκ που είχες δώσει.
    Ο συγγραφέας είναι γνωστός:
    http://en.wikipedia.org/wiki/Bertell_Ollman

    Το πρόβλημα του πατριωτισμού προσεγγίζεται κι αλλιώς, π.χ. με ένα από τα αγαπημένα αστεία (και) του… Ζίζεκ, το
    «εμείς ξέρουμε ότι δεν είμαστε καλαμπόκι, οι κότες το ξέρουν?«

    π.χ.
    Σκέψου νάσαι μαύρος, μορφωμένος, αντιρατσιστής και να σε συναντήσει στο δρόμο νύχτα μια περίπολος… Κου Κλουξ Κλαν με ρόπαλα (που κάνει σαφάρι για μαύρους). Ε, την ώρα που σε βαράνε ΔΕΝ θα προλάβεις να εξηγήσεις πως «το χρώμα της επιδερμίδας δεν μετράει», ή ότι «δεν έχουν σημασία οι ράτσες».
    ΟΚ, αυτό είναι σαφές (και αφορά το ρατσισμό).

    Πάααμε ομως τώρα σε κάτι άααλλο, παρεμφερές, περί πατρίδων και εθνών.
    Σκέψου να είσαι τουρίστας και να κυκλοφορείς βράδυ στο δρόμο μιας χώρας που κήρυξε (λέμε) πόλεμο στη δική σου, οπότε το μόνο που μπορείς να δείξεις (όταν σε πιάσει η αστυνομία για έλεγχο) είναι το διαβατήριό σου. Αντε μετά να τους πείσεις (καθώς σε κλείνουν μέσα για μεταφορά σε ειδικό στρατόπεδο) ότι «τα έθνη δεν μετράνε»….

    Η σοβαρή πλευρά αυτών των παραδειγμάτων είναι ότι ορισμένες διακρίσεις γίνονται έτσι κι αλλιώς, από τα έξω-προς-τα-μέσα, από εκείνους που μας ΒΛΕΠΟΥΝ προς εμάς τους ίδιους. Η εσωτερίκευση της διάκρισης αυτής, από εμάς τους ίδιους ακολουθεί, σχεδόν αναπόφευκτα.

    Θυμάμαι τη δυσκολία που είχα όταν στην Αγγλία, με ρωτούσαν από που είμαι κι απαντούσα (με αγγλική προφορά) «I am Greek, but…..» (κανείς δεν πείθεται από το «αλλά…..»)

  2. Σαφώς και η εθνική διάσταση μετράει. Και παραμετράει! Για αυτό πρέπει να τη παίρνουμε πάντα στα σοβαρά. Από την καλή και από την ανάποδη!

  3. Υπάρχει κι ένα είδος πατριωτισμού που θα τον έλεγα… απολύτως διεθνιστικό.
    π.χ.
    Ας πάρουμε την περίπτωση που είσαι Ελληνας, που δεν έχεις στο μυαλό σου καμμία απολύτως απέχθεια π.χ. για τους Ολλανδούς, και ξαφνικά (όπως μου συνέβη) στο διαδίκτυο σε συναντάει ένας… Ολλανδός εθνικιστής, ζαβλακωμένος από τα ΜΜΕ της χώρας του να σε θεωρεί (μαζί με όλους τους άλλους Ελληνες) αποκλειστικό υπαίτιο για τα ΔΙΚΑ ΤΟΥ οικονομικά προβλήματα, ως μέλος «έθνους τεμπέληδων», κλπ. (λόγω της γνωστής προπαγάνδας ότι οι Ελληνες «φάγανε τα λεφτά της Ε.Ε.», κλπ.)

    -ΠΩΣ τον αντιμετωπίζεις?

    Υπάρχουν νομίζω 2 βασικοί τρόποι.

    1) ο ένας τρόπος είναι φάουλ, κι είναι ο εθνικιστικός / υπερ-πατριωτικός (τον είδα κι αυτόν πολλές φορές σε άλλους). Είναι να πεις στον Ολλανδό εθνικιστή «άντε και γαμίσου κι εσύ κι η σκατο-Ολλανδία σου, ενώ εμείς είμαστε απόγονοι ένδοξων προγόνων που όταν αυτοί έφτιαναν Παρθενώνες, οι δικοί σου πρόγονοι τρώγανε βελανίδια» κλπ. κλπ. κλπ. (χεχε)🙂

    2) ο δεύτερος τρόπος είναι σωστός, κι είναι ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ μη-εθνικιστικός, ή διεθνιστικός. Του λες π.χ. «ρε άνθρωπε, ΠΩΣ σε εξαπάτησαν έτσι να νομίζεις τέτοια πράματα και να γενικεύεις» (κ.ο.κ.)
    …και ΟΣΟ περισσότερο μπορεί κανείς να ΑΠΟΦΥΓΕΙ τις «πατριωτικές κορώνες», ΤΟΣΟ πιο πολύ μπορεί και να… επιφέρει καλό αποτέλεσμα στη συμπεριφορά του ξένου εθνικιστή. Εγώ κατάφερα ΚΑΠΟΙΟ αποτέλεσμα (να βρίζει λιγότερο) με το να του πω «δεν έχω τίποτε εναντίον σου», ή π.χ. «είμαστε ΚΑΙ οι δύο θύματα τραπεζιτών».

    Δηλαδή (το λέω με πολύ απλά λόγια) η πραγματικά «διεθνιστική» διάσταση του υγιούς (αμυντικού) πατριωτισμού έγκειται στη δύναμή του να ΠΕΙΣΕΙ ακομη και τον ξένο (εθνικιστή) αντίπαλο ότι -τελικά- δεν είναι εχθρός, αλλά σύντροφος, κ.ο.κ.
    Κι αυτή η θετική διάσταση αντλεί δύναμη επίσης από το να ΜΗΝ προσβάλλεται από τον ανορθολογισμό του ξένου εθνικισμού, αποδομώντας τον ολοένα και πιο πολύ σε λανθασμένες ιδέες τις οποίες οδηγήθηκε να πιστέψει κάποτε.

    Η επαφη με ξένους εθνικισμούς επιφυλλάσσει πολλές θετικές (μη-εθνικιστικές) εκπλήξεις για όσους βαθιά μέσα τους έχουν ξεπεράσει το δικό τους εθνικισμό. Κι αυτό χωρίς καθόλου να παίρνουν το μέρους του ξένου εθνικισμού (όπως κάνουν μερικοι ψευτο-αντιεθνικιστές). Δεν είμαι υποχρεωμένος να συμφωνώ με τη ζούρλα του άλλου, αλλά με βοηθάει το να έχω ξεπεράσει τη δική μου….

    ___________
    Υ.Γ. μόλις ανακάλυψα ότι τα κείμενα του συγγραφέα υπάρχουν και οn-line:
    http://www.nyu.edu/projects/ollman/index.php

    Το βιογραφικό του είναι εδώ (74 ετών σήμερα)
    http://www.nyu.edu/projects/ollman/cv.php

    Είναι αντι-σιωνιστής Εβραιο-αμερικανός, που θεωρεί την καταδίκη του Σιωνισμού αναπόσπαστο μέρος της πάλης κατά του αντισημιτισμού!
    http://sites.google.com/site/jewsagainstracistzionism/ollman-bertell-professor-bertell-ollman-nyu-slams-racist-zionist-anti-semitism

    “An all out struggle against Zionism by Jews, therefore, is also the most effective way to fight against real anti-Semitism. Furthermore, if Zionism is indeed a particularly virulent form of nationalism and, increasingly, of racism and if Israel is acting toward its captive minority in ways that resemble more and more how the Nazis treated their Jews, then we must also say so. For obvious reasons, the Zionists are very sensitive about being compared to the Nazis (not so sensitive that it has restrained them in their actions but enough to bellow «unfair» and to charge «anti-Semitism» when it happens). Yet, the facts on the ground, when not obscured by one or another Zionist rationalization, show that the Zionists are the worst anti-Semites in the world today, oppressing a Semitic people as no nation has done since the Nazis.” [1].
    [1]. Bertell Ollman, “Letter of Resignation from the Jewish People”, Dialectical Marxism, 2004: http://www.nyu.edu/projects/ollman/docs/resignation.php .

    • Νομίζω πως το μεγαλύτερο μέρος του video είναι από μια χαζοϋπόθεση όπου κάποιος δημοσιογραφίσκος του Fox, πρώην φοιτητής του Ollman τον κατηγόρησε στην εκπομπή του, ότι τον έκοψε στο μάθημά του επειδή ήταν υποστηρικτής του Reagan. Και αν κατάλαβα καλά ο Ollman βρήκε την ευκαιρία να δείξει σε ένα χαρτάκι που είχε ετοιμάσει τη διεύθυνση του site του IED όπου και έχει δημοσιευθεί το δοκίμιο αυτό του Ollman.
      Κατά τ’άλλα έχω αρχίσει και αναρωτιέμαι μήπως έχουμε περάσει σε άλλη φάση στην παγκόσμια πολιτική ιστορία. Μήπως τελικά και με μηδέν νομιμοποίηση της κάθε κυβέρνησης δεν κουνιέται φύλλο. Μήπως δηλ. ακόμα και αν το 100% του ελληνικού λαού διαμορφώσει την πεποίθηση πως οι κυβερνήσεις δεν εξυπηρετούν τα συμφεροντά του δεν θα αντιδράσει κανένας. Ο ΓΑΠ μιλάει πλέον ανοιχτά κάθε τρεις και λίγο για παγκόσμια διακυβέρνηση, η Λέσχη Bildeberg φτιάχνει επίσημο site, o Guardian λέει μην τσιμπάτε, αλλά εμείς τσιμπάμε. Τι να σκεφτώ; Μήπως η κοινωνική μηχανική έχει προοδεύσει τόσο που δεν χρειάζεται κανείς πια να κρύβει την αλήθεια;
      Η μόνη μου παρηγοριά οι στίχοι του Μπρεχτ που τυχαία είδα στο μπλογκ ‘Βαθύ Κόκκινο’:

      Δεν είν’ έτσι. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.
      Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο Δεν έχουμε ελπίδα.
      Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει Θα χαθούμε.

      • Ζώη Σταθερέ,
        Είμαι της άποψης ότι τίποτε στο μέλλον δεν είναι σίγουρο και έχω αναρρωτηθεί συχνά για τα ίδια πράματα που λες εδώ.

        Οσον αφορά τη Μπίλντερμπεργκ νομίζω ότι αν κανείς είναι μέλος της υπάρχει και… συνταγματικό κώλυμμα να εκλέγεται στη Βουλή των Ελλήνων (στο θέμα αυτό θα επανέλθω).

        Πάντως… οι δύο αναρτήσεις σου άρεσαν, και (εκτός του ότι κατάκτησαν υψηλές θέσεις στο top 100 της WordPress, νομίζω τουλάχιστον τη θέση 14)…
        …αναδημοσιεύτηκαν και αλλού:

        http://diakyvernisi.blogspot.com/2010/08/blog-post_7002.html
        http://diakyvernisi.blogspot.com/2010/08/blog-post_07.html

        (ένα μπλογκ που δεν το ήξερα, το έμαθα σήμερα όταν ήρθαν επισκέψεις από εκεί και… το έβαλα ήδη στο blog-roll λόγω των απόψεών του, παρόμοιων με τις δικές μας)

  4. Super!

    Τόσες συζητήσεις κάναμε τελευταία για τον εθνικισμό – πατριωτισμό, και δεν το είχα δει να το χρησιμοποιήσω ως πηγή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s